🇬🇧 en el 🇬🇷
Prince Charming noun |
|
|---|---|
|
πρίγκιπας του παραμυθιού, πριγκιπόπουλο, γοητευτικός πρίγκιπας |
Wiktionary Links
- English: Prince Charming, prince charming
Prince Charming noun |
|
|---|---|
|
πρίγκιπας του παραμυθιού, πριγκιπόπουλο, γοητευτικός πρίγκιπας |